ἐσμαίομαι
ἐσ·μαίομαι, ἐσ·μάσσομαι, ἐσ·ματεύομαι, v. εἰσμαίομαι, etc.
†ἐσμαίομαι
[ἐσ-, εἰσ- 1.]
3 sing. aor. ἐσεμάσσατο.
To touch, affect: θυμόν Il. 17.564, Il. 20.425.
[ἐσ-, εἰσ- 1.]
3 sing. aor. ἐσεμάσσατο.
To touch, affect: θυμόν Il. 17.564, Il. 20.425.