ἔπλε Save LSJ Bailly 2024 Pape Autenrieth Homer ἔπλε, for ἔπελε, impf. Act. of πέλω: ἔπλεο, ἔπλευ, ἔπλετο, aor. Med. of πέλω. ἔπλε, ἔπλεο, ἔπλευ, v. πέλω. ἔπλε, aor. von πέλω. ἔπλε : see πέλω.