ἐπόδια Save LSJ Bailly 2024 Pape ἐπόδια, ἐποδιάζω, Ion. for ἐφοδ-. ἐπόδια, v. ἐφόδιον. ἐπόδια, τά, ion. = ἐφόδια, Her. 4.203, 6.70.