ἕλωρ
ἕλωρ, booty, spoil, prey
- spoil, prey, in sg., of unburied corpses, ἀνδράσι δυσμενέεσσιν ἕ. καὶ κύρμα γενέσθαι Il. 5.488, cf. 17.151; μὴ θήρεσσιν ἕ. κ. κ. γένωμαι Od. 5.473, cf. 3.271, A.R. 1.1251; of valuables, μή . . ἕ. ἄλλοισι γένηται Od. 13.208; κυσὶν πρόβλητος οἰωνοῖς θʼ ἕ. S. Aj. 830: pl., κυσὶν δʼ ἕλωρα . . πέλειν A. Supp. 800 (lyr.).
- II in pl. also, Πατρόκλοιο δʼ ἕλωρα . . ἀποτείσῃ may pay penalty for the slaughter of P., Il. 18.93.
presa, despojo, expolio, botín ref. cadáveres insepultos
μή μιν Ἀχαιοὶ ... ἕ. δηίοισι λίποιεν
κυσὶν πρόβλητος οἰωνοῖς θ' ἕ.
ὡς ... ἀνδράσι δυσμενέεσσιν ἕ. καὶ κύρμα γένησθε
οἰωνοῖσιν ἕ. καὶ κύρμα γενέσθαι
αἴ κε μὴ ... Πατρόκλοιο δ' ἕλωρα ... ἀποτείσῃ
si no paga por haber hecho expolio de Patrocloκυσὶν ... ἕλωρα ... οὐκ ἀναίνομαι πέλειν
• ref. objetos de valor
μή πώς μοι ἕ. ἄλλοισι γένηται
ἕ. ἔσῃ ἀνθρώποισιν ἐρασταῖς
de Troya
• fig.
ἀνὴρ οἷος ... κεῖται ἕ. Ἀίδῃ
τό
[ἑλ-. See αἱρέω.]
An object of prey or of spoiling: ἀνδράσι δυσμενέεσσιν ἑ. καὶ κύρμα Il. 5.488. Cf. Il. 5.684, Il. 17.151, 667: οἰωνοῖσιν Od. 3.271. Cf. Od. 5.473, Od. 13.208, Od. 24.292.
In pl.: Πατρόκλοιο ἕλωρα ἀποτείσῃ Il. 18.93 (pay the penalty for the spoiling of ...).
- Ibooty, spoil, prey, of unburied corpses, Hom.
- IIin pl., Πατρόκλοιο ἕλωρα penalty for the slaughter of Patroclus, Il.