Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἔμαθον
Bailly 2024
Grieks Nederlands
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἑλώδης
Ἐλωείμ
ἐλωί
Ἐλωί
ἕλωμα
ἔλων
ἑλών
Ἐλωός
ἕλωρ
ἑλωρεύς
Ἐλωρεύς
ἐλώρη
ἑλώρια
Ἑλωρινός
Ἐλώρινος
ἑλώριον
ἑλώριος
Ἐλώριος
Ἑλώριππος
Ἕλωρις
Ἐλωρίτης
Ἕλωρος
ἐλώσθη
Ἑλώτας
Ἕλωτες
ἐμ
ἕμα
Ϝεμα
ἐμαγκιπατίων
ἐμαγκιπάτος
ἔμαθον
ἐμάνην
ἔμανις
ἐμαράνθη
ἔμαρψε
Ἐμασέλμη
ἑμάτιον
Ἐμαυτίων
ἐμαυτοῦ
ἐμβ-
ἔμβα
ἐμβαβάζω
ἐμβαδᾶς
ἐμβαδεία
ἐμβάδευσις
ἐμβαδεύω
ἐμβάδια
ἐμβαδίζω
ἐμβαδικός
ἐμβάδιον
ἐμβαδομετρία
ἐμβαδομετρικός
ἐμβαδόν
ἐμβαδοποιός
ἐμβαδός
ἔμβαθμος
ἔμβαθρα
ἐμβαθρικόν
ἐμβαθρικός
ἔμβαθρον
ἐμβαθρωνός
…
ἔμαθον
Save
Bailly 2024
Grieks Nederlands
ἔμαθον,
v.
μανθάνω
.
ἔμαθον
aor.
van
μανθάνω.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}