Ἑσπερίτης
Ἑσπερ-ίτης [ῑ], ου, ὁ, fem. Ἑσπερ-ῖτις, ιδος,
- western, χώρα D.L. 4.27; λίμνη Suid.
Ἑσπερίτης, ου [ῑ] adj. m. habitant ou originaire d’Hespéris, Call. (E. Byz. vo Ἑσπερίς).
Étym. Ἑσπερίς.
Ἑσπερίτης, s. Ἑσπερίς 2).