ἠρύγγιον Save LSJ Bailly 2024 Pape ἠρύγγ-ιον, τό, v. ἤρυγγος. ἠρύγγιον, ου (τὸ) dim. d’ ἤρυγγος, Th. H.P. 6, 1, 3 ; Plut. M. 700d; Diosc. 3, 24. ἠρύγγιον, τό, eine Pflanze, Theophr., dim. zu ἤρυγγος, w. m. vgl.