ἦρος Save LSJ ἦρος, ὁ, dub. sens. in IG ΙΙ(2).144A 72 (Delos, iv B.C.); ἦρον ὠνουμένων ἔδωκεν . ., τὸν ἦρον ἐνδήσαντι . ., τέλος ἐν Πάρῳ τοῦ ἤρου, ib. 203A 39, 40 (iii B.C.); cf. ἠρίσκος.