ἥσθημα Save LSJ Bailly 2024 Pape ἥσθημα, ατος, τό, (ἥδομαι) = ἡδονή, Eup. 131. ἥσθημα, ατος (τὸ) joie, Eup. (Bkk. p. 98, 27). Étym. ἥδω. ἥσθημα, τό, die Freude, Eupol. B.A. 98.