ὀλιγανθρωπία
ὀλιγανθρωπία, scantiness of men
ὀλῐγ-ανθρωπία, ἡ,
- = ὀλιγανδρία, Th. 1.11, X. Mem. 2.7.2, etc.: pl., Pl. Lg. 780b.
ὀλιγανθρωπία, ας (ἡ) [ῐγ] c. ὀλιγανδρία, Thc. 1, 11 ; 3, 93 ; Xén. Mem. 2, 7, 2 ; au pl. Plat. Leg. 780b.
Étym. ὀλιγάνθρωπος.
ὀλιγανθρωπία, ἡ, = ὀλιγανδρία ; Thuc. 3.93 ; Plat. Legg. VI.780b im plur.; Xen. Mem. 2.7.2.
ὀλιγανθρωπία
ὀλῐγανθρωπία, ἡ,
- scantiness of men, Thuc., Xen. from ὀλῐγάνθρωπος