ὀλιγαιμότης Save LSJ Bailly 2024 ὀλῐγ-αιμότης, ητος, ἡ, = ὀλιγαιμία, Arist. PA 692a24. ὀλιγαιμότης, ητος (ἡ) [ῐ] c. ὀλιγαιμία, Arstt. P.A. 4, 11, 22.