ὀλιγογνώμων Save LSJ Bailly 2024 Pape ὀλῐγο-γνώμων, ον, gen. ονος, = ὀλίγωρος, Hsch., Phot. ὀλιγο·γνώμων, ων, ον, gén. ονος [ῐ] qui a peu de raison, Syn. 15. Étym. ὀλ. γνώμη. ὀλιγογνώμων, ον, = ὀλίγωρος, Synes.