Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ὀρνιθοκλόος
LSJ
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ὀρνιθευτική
ὀρνιθευτικός
ὀρνιθεύω
ὀρνιθία
ὀρνιθιάζω
ὀρνιθιακός
ὀρνιθίας
ὀρνιθικός
ὀρνίθιον
ὀρνίθιος
ὀρνιθοβόρος
ὀρνιθοβοσκεῖον
ὀρνιθοβόσκος
ὀρνιθόγαλον
ὀρνιθογενής
ὀρνιθογνώμων
ὀρνιθογονία
ὀρνιθόγονος
ὀρνιθοειδής
ὀρνιθοθήρα
ὀρνιθοθήρας
ὀρνιθοθηράω
ὀρνιθοθηρευτής
ὀρνιθοθηρευτική
ὀρνιθοθηρευτικός
ὀρνιθοθηρέω
ὀρνιθοθηρία
ὀρνιθοκάπηλος
ὀρνιθοκλέπτης
ὀρνιθοκλόνος
ὀρνιθοκλόος
ὀρνιθοκομεῖον
ὀρνιθοκόμος
ὀρνιθοκόος
ὀρνιθοκρίτης
ὀρνιθολόγος
ὀρνιθολόχος
ὀρνιθομανέω
ὀρνιθομανής
ὀρνιθομανία
ὀρνιθομαντεία
ὀρνιθόμαντις
ὀρνιθόμορφος
ὀρνιθονομεῖον
ὀρνιθόομαι
ὀρνιθόπαις
ὀρνιθοπέδη
ὀρνιθοπρόσωπος
ὀρνιθοπωλεῖον
ὀρνιθοπώλης
ὀρνιθοσκοπέομαι
ὀρνιθοσκοπέω
ὀρνιθοσκοπία
ὀρνιθοσκόπος
ὀρνιθοτροφεῖον
ὀρνιθοτροφέω
ὀρνιθοτροφία
ὀρνιθοτρόφος
ὀρνιθοφάγος
ὀρνιθοφυής
ὀρνιθοφύλαξ
…
ὀρνιθοκλόος
Save
LSJ
Pape
ὀρνῑθο-κλόος, v. ὀρνιθοκόος.
ὀρνιθοκλόος
, s. ὀρνιθοκόος.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}