ὀρνιθόμορφος Save Bailly 2024 Pape ὀρνιθό·μορφος, ος, ον, c. ὀρνεόμορφος, D. Phal. 1, 336. Étym. ὄρνις, μορφή. ὀρνιθόμορφος, [ῑ], von Vogelgestalt, Sp.