Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ὑλῶος
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ὑλόκουρος
ὑλομανέω
ὑλομανής
ὑλομαχέω
ὑλομήτρα
ὑλονόμος
ὑλοξιδής
ὑλόομαι
ὑλοποιός
ὑλόροδον
ὑλοσκόπος
ὑλότης
ὑλοτομέω
ὑλοτομία
ὑλοτομικός
ὑλοτόμιον
ὑλοτόμος
ὑλότομος
ὑλοτραγέω
ὑλοτραφής
ὑλουργέω
ὑλουργία
ὑλουργός
ὑλοφάγος
ὑλοφορβός
ὑλοφορέω
ὑλοφόρος
ὑλοχαρέω
ὑλώδης
ὑλῷος
ὑλῶος
ὑλωρέω
ὑλωρός
ὗμα
ὑμαί
Ὑμαίης
ὔμαλιξ
Ὑμάν
ὐμαρτέω
ὑμάρτη
ὐμάρτημι
ὑμᾶς
ὑμεδαπός
ὑμέες
Ὑμέης
ὑμεῖς
ὑμείων
ὑμέλαι
Ὑμέν
ὑμεναϊκόν
ὑμέναιος
Ὑμέναιος
ὑμεναιόω
ὑμενήϊος
ὑμένινος
ὑμένιον
ὑμενοειδής
ὑμενόπτερος
ὑμενόστρακος
ὑμενόω
ὑμενώδης
…
ὑλῶος
Save
Bailly 2024
ὑλῶος,
α, ον
[
ῡ
] matériel,
Olympiod.
Plat. 1 Alc.
p. 19
.
Étym.
ὕλη
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}