ὑπέρειμι
ὑπέρειμι, to be superior
ὑπέρειμι, (εἰμί sum)
- to be superior, Lyd. Mens. 2.6, EM 664.20.
ὑπέρειμι, (εἶμι), darüber weggehen, Sp.
ὑπέρειμι, to be superior