Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ὠνόμασας
Cunliffe Homer
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ὤνατο
ὦνδρες
ὥνεκα
ὥνεμος
ὠνέομαι
ὠνέω
ὠνή
ὤνημα
ὠνήμην
ὡνήρ
ὤνησα
ὠνησάμην
ὤνησε
ὠνησείω
ὤνησις
ὠνητέος
ὠνητής
ὠνητιάω
ὠνητικός
ὠνητικῶς
ὠνητός
ὠνήτωρ
ὤνθρωπε
ὤνθρωποι
ὥνθρωπος
ὠνιακός
ὤνιος
ὧννυ
ὤνομα
ὠνομάδαται
ὠνόμασας
ὠνομασμένως
ὠνόμηνα
ὦνος
ᾧνος
ὠνοσάμην
ὠνοφύλαξ
ᾠνοχόει
ὡξ
ὦξα
ᾦξα
ᾦξε
Ὦξος
ᾠοβραχής
ὠοβραχής
ᾠόγαλα
ὠόγαλα
ᾠογενής
ὠογενής
ᾠογονέω
ᾠογονία
ᾠοειδής
ὠοειδής
ᾠοθεσία
ὠοθεσία
ᾠοθυτικά
ὠοιοί
ὠοίφιον
ᾠόμην
ᾠόν
ᾦον
…
ὠνόμασας
Save
Cunliffe Homer
ὠνόμασας
2 sing. aor. ὀνομάζω.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}