Ὠαριώνειος
Ὠαριώνειος, α, ον [ᾰ] d’Orion, Pd. I. 3, 67.
Étym. Ὠαρίων.
Ὠᾰρῐώνειος
- 1of Orion οὐ γὰρ φύσιν ὠαριωνείαν ἔλαχεν· ἀλλʼ ὄνοτος μὲν ἰδέσθαι (sc. Μέλισσος: Orion was handsome as well as gigantic, Fennel: cf. Hom., Od. 11. 310) I. 4.49