ῥάχη Save LSJ Pape ῥάχη [ᾱ], ἡ, v.l. for ῥάχος, = ῥαχός I.1, Poll. 1.225 (ῥάχην ἢ ῥάχον). ῥάχι· τὸ στέμφυλον, Hsch. ῥάχη, ἡ, = ῥάχος, ἡ, 3.