θευφορία Save LSJ Pape Middle Liddell θευ-φορία, ἡ, = θεοφορία, AP 6.220.4 (Diosc.). θευφορία, ἡ, dor. = θεοφορία, Diosc. 11 (VI.220). θευφορία, ἡ, Doric for θεοφορία, Anth.