θεωρητής
θεωρητής, spectator
θεωρ-ητής, οῦ, ὁ,
- spectator, ἐργάται τῶν καλῶν καὶ θ. Phld. Oec. p.63 J., cf. Hsch. s.v. θεωρούς.
- II overseer, director, Sch. Opp. H. 3.257.
θεωρητής, ὁ, Erkl. von θεωρός, Hesych.; K.S.