θεώριος
θεώριος, box
θεώρ-ιος,
- v. θεάριος.
- II θεώριον, τό, box at the amphitheatre, PSI 8.953.62 (vi A.D.).
θεώριος, ὁ, u. dor. θεάριος, Beiw. des Apollo, als Orakelgottes.