Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
λίμβος
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Λικύμνιος
Λίλαια
Λιλαίηθεν
λιλαίομαι
Λίλαιον
Λίλαιος
Λίλαντος
λιλεῖ
λιλουργετόν
Λιλυβαιῗτις
Λιλυβαιῖτις
Λιλύβαιον
Λιλυβηΐς
λιμά
λιμαγχέω
λιμαγχία
λιμαγχικός
λιμαγχονέω
λιμαγχόνη
λιμαγχόνησις
λιμαγχονία
λιμαγχονικός
λιμαίνω
λιμακώδης
λιμαλέος
λιμβάζομαι
λιμβεία
λιμβεύομαι
λιμβεύω
λιμβίζομαι
λίμβος
λιμβός
λιμβρός
λιμενάριον
λιμεναρχέω
λιμενάρχης
λιμεναρχία
Λιμέναρχος
Λιμενήϊον
Λιμενήιον
λιμενήοχος
λιμενηόχος
λιμενηρός
λιμενῆτις
λιμενία
Λιμενία
λιμενίζω
λιμένιον
λιμένιος
λιμενίσκιον
λιμενίσκος
λιμενίτης
λιμενιτικός
λιμενῖτις
λιμενοειδής
λιμενοποιΐα
λιμενοποιϊκά
λιμενοποιϊκός
λιμενορμίτης
λιμενοσκόπος
λιμενόσκοπος
…
λίμβος
Save
LSJ
λίμβ-ος (or
λιμβός
), ον,
= λίχνος,
Hsch.
,
Anon.
in EN
182.9, etc.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}