Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
λιμενάριον
Brill-Montanari
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
λιλαίομαι
Λίλαιον
Λίλαιος
Λίλαντος
λιλεῖ
λιλουργετόν
Λιλυβαιῗτις
Λιλυβαιῖτις
Λιλύβαιον
Λιλυβηΐς
λιμά
λιμαγχέω
λιμαγχία
λιμαγχικός
λιμαγχονέω
λιμαγχόνη
λιμαγχόνησις
λιμαγχονία
λιμαγχονικός
λιμαίνω
λιμακώδης
λιμαλέος
λιμβάζομαι
λιμβεία
λιμβεύομαι
λιμβεύω
λιμβίζομαι
λίμβος
λιμβός
λιμβρός
λιμενάριον
λιμεναρχέω
λιμενάρχης
λιμεναρχία
Λιμέναρχος
Λιμενήϊον
Λιμενήιον
λιμενήοχος
λιμενηόχος
λιμενηρός
λιμενῆτις
λιμενία
Λιμενία
λιμενίζω
λιμένιον
λιμένιος
λιμενίσκιον
λιμενίσκος
λιμενίτης
λιμενιτικός
λιμενῖτις
λιμενοειδής
λιμενοποιΐα
λιμενοποιϊκά
λιμενοποιϊκός
λιμενορμίτης
λιμενοσκόπος
λιμενόσκοπος
λιμενουργία
λιμενοφυλακία
λιμενοφύλαξ
…
λιμενάριον
Save
Brill-Montanari
λῐμενάριον
-ου,
τό
[λιμήν]
a small harbor
IoMal.
Chron.
14 p. 372.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}