λιμβρός Save LSJ Brill-Montanari Pape λιμβρός, ά, όν, = λιβρός II, EM 564.52, Suid. λιμβρός L. E.M. 564.52, see λιβρός. λιμβρός, VLL erkl. σκοτεινός. Vgl. λιβρός.