ποδαλγικός
Could not find ποδαλγικῆς in Logeion dictionaries.
ποδαλγικῆς feminine genitive singular of ποδαλγικός
ποδαλγ-ικός, ή, όν,
- = ποδαγρικός, νόσος Lyd. Mens. 4.89.
ποδαλγικός, ή, όν, c. ποδαγρικός, Diosc. 3, 150.
ποδαλγικός, ή, όν, = ποδαγρικός, S.Emp. adv.phys. 1.164.