ποδαλγός Save LSJ Bailly 2024 Pape ποδαλγ-ός, όν, = foreg., Lycus ap. Orib. 9.43.1. ποδ·αλγός, ός, όν, c. ποδαλγής, Naz. 3, 316 Migne. ποδαλγός, = ποδαλγικός, Man. 4.501 u. a.Sp.