ποδαλγικός Save LSJ Bailly 2024 Pape ποδαλγ-ικός, ή, όν, = ποδαγρικός, νόσος Lyd. Mens. 4.89. ποδαλγικός, ή, όν, c. ποδαγρικός, Diosc. 3, 150. ποδαλγικός, ή, όν, = ποδαγρικός, S.Emp. adv.phys. 1.164.