Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
σμήλω
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Σμάραγος
σμάραγος
σμαράσσω
σμάρδικον
σμαρίλη
σμαρίς
σμαρκόν
σμάω
σμερδαλέος
σμερδαλέως
Σμερδίης
Σμέρδις
σμερδνός
σμέρδνος
Σμερδομένης
σμέρδος
Σμερτομάρα
σμέω
σμῆγμα
σμηγματοπώλης
σμηγματώδης
σμήκτης
σμηκτικός
σμηκτίς
σμηκτὶς γῆ
σμηκτός
σμηκτρίς
σμηκτρὶς γῆ
σμῆλαι
σμήλη
σμήλω
σμῆμα
σμηματοδοκίς
σμηματοδόχος
σμηματοθήκη
σμηματοφορεῖον
σμῆν
σμήνη
σμηνηδόν
σμηνίον
σμηνιών
σμηνοδόκος
σμηνοκόμος
σμῆνον
σμῆνος
Σμῆνος
σμηνουργέομαι
σμηνουργέω
σμηνουργία
σμηνουργός
σμηνών
σμῆξις
σμηρέα
σμηρεύς
σμηρία
σμῆριγξ
σμηρίζω
σμήρινθος
σμῆρις
σμήρισμα
σμηρισμάτιον
…
σμήλω
Save
Pape
σμήλω
, = σμάω, σμήχω, nur bei Hesych., der σμῆλαι durch ῥύψαι erkl.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}