σμήρινθος Save LSJ Bailly 2024 Grieks Nederlands Pape σμήρινθος, ἡ, = μήρινθος, Pl. Lg. 644e. II a bird, Hsch. σμήρινθος, ου (ὁ) c. μήρινθος, Plat. Leg. 644e. σμήρινθος -ου, ἡ draad, touw. σμήρινθος, ἡ, = μήρινθος, Plat. Legg. I.644e.