συρισμός
Could not find συρισμόν in Logeion dictionaries.
συρισμόν Noun: masculine accusative singular of συρισμός
συρισμός, οῦ (ὁ) [ῡ] c. συριγμός, Luc. Anach. 32.
συρισμός, [ῡ], ὁ, = συριγμός, Luc. Gymn. 32.
συρισμός
σῡρισμός, οῦ, ὁ,
= συριγμός, Luc.