συρισμός Save Bailly 2024 Pape Middle Liddell συρισμός, οῦ (ὁ) [ῡ] c. συριγμός, Luc. Anach. 32. συρισμός, [ῡ], ὁ, = συριγμός, Luc. Gymn. 32. συρισμός σῡρισμός, οῦ, ὁ, = συριγμός, Luc.