Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
συρομένως
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
συρισμός
συριστήρ
συριστηρίδιον
συριστής
Συριστί
συριστί
συριστική
συρίτης
συρίττω
σύριχος
συρκάζω
συρκίζω
σύρμα
συρμαία
συρμαΐζω
συρμαίη
συρμαιοπώλης
συρμαϊσμός
συρμάς
συρματική
συρματίς
συρματίτης
συρματῖτις
συρμή
συρμίον
συρμιστήρ
συρμός
Σύρμος
Σύρνος
σύρξ
συρομένως
σύρον
συροπέρδιξ
συρόποδες
συροποιός
σύρος
Σῦρος
Σύρος
Συροφοινίκισσα
Συροφοῖνιξ
Συροφοίνισσα
σύρρα
συρραγή
σύρραγμα
συρράδιος
συρρᾳδιουργέω
συρραθαγέω
συρραΐζω
σύρραξις
συρραπτός
συρράπτω
συρράσσω
συρρᾳστωνέω
συρράττω
συρραφεύς
συρραφή
συρραφής
συρρέζω
συρρέμβομαι
Σύρρεντον
Συρρεντόν
…
συρομένως
Save
Pape
συρομένως
, [ῡ], adv. part. praes. med. von σύρω, = σύρδην, Iustin. Mart.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}