σφονδυλίς Save LSJ Bailly 2024 σφονδυλ-ίς, ίδος, ἡ, = σφονδύλιον II, Ps.- Dsc. 3.76. σφονδυλίς, ίδος (ἡ) [ῡ] berce, plante, Diosc. Noth. 3, 90. Étym. cf. σφονδύλιον.