suave
suave
adj.
P. and V. φῐλόφρων (Xen.), εὐπροσήγορος, P. εὐπρόσοδος, ῥᾴδιος, κοινός.
Smooth-tongued: Ar. and V. εὔγλωσσος.
Gentle: P. and V. λεῖος, πρᾶος, ἤπιος ; see gentle.
adj.
P. and V. φῐλόφρων (Xen.), εὐπροσήγορος, P. εὐπρόσοδος, ῥᾴδιος, κοινός.
Smooth-tongued: Ar. and V. εὔγλωσσος.
Gentle: P. and V. λεῖος, πρᾶος, ἤπιος ; see gentle.