Βισαλτικός Save DGE Bailly 2024 Βισαλτικός -ή, -όν bisáltico, de Bisaltia (ἔθνος) Th.4.109, ὄχλος D.S.12.68. Βισαλτικός, ή, όν, des Bisaltes, Thc. 4, 109 ; οἱ Β. DS. 12, 68, les Bisaltes. Étym. Βισάλται.