βιστάκιον
βιστάκιον, τό,
- = πιστ., Posidon. 6, v.l. in Nic. Th. 891, acc. to Ath. 14.649d.
bot. alfóncigo, pistacho
φέρει δὲ καὶ τὸ πέρσειον ἡ Ἀραβία καὶ ἡ Συρία καὶ τὸ καλουμένον β.