Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
βιόωντο
Grieks Nederlands
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
βιοστερής
βιοσφαγῶς
βιοτά
βιοτεία
βιοτελής
βιοτέρμων
βιοτερπής
βιότευμα
βιότευσις
βιοτεύω
βιοτή
βιότης
βιοτήσιος
βιοτικός
βιότιον
βίοτος
βιοτοσκόπος
βιοτρόφος
Βίοττος
βιοφάγος
βιοφειδής
βιοφθορία
βιοφθορίη
βιοφθόρος
Βιόφις
Βίοφις
βιοφορέομαι
βιόχρηστος
βιόω
βιόωνται
βιόωντο
βιπίννιον
Βίππος
βιπτάζω
Βιράκελλον
Βιράνδη
Βιργίλιος
Βίργος
Βίρθα
βιρίον
Βῖρις
Βιρισάδης
Βιρκέννα
βίρρη
βίρροξ
βίρρος
βιρροφόρος
βιρρωθῆναι
Βίς
Βῖσα
Βισαῖος
Βισάλθη
Βισάλται
Βισάλτης
Βισαλτία
Βισαλτικός
Βισάλτιος
Βισάνθη
Βισανθηνός
βισατός
Βισβαῖα
…
βιόωντο
Save
Grieks Nederlands
βιόωντο
ep. indic. imperf. med. 3 plur.
van
βιάω.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}