Βορηϊάδης Save DGE Bailly 2024 Βορηϊάδης v. Βορεάδης. Βορηϊάδης (ὁ) c. Βορεάδης, Phanocl. Bgk. ; plur. οἱ Βορηϊάδαι, Anth. 9, 550 c. Βορεάδαι. Étym. patr. de *Βορεύς.