βορειαῖος
βορειαῖος, α, ον,
- = βόρειος, APl. 16.230 (Leon.).
βορειαῖος, α, ον, c. Βόρειος, A. Pl. 4, 230, au fém. ion. βορειαίη.
βορειαῖος, vom Boreas herrührend, νιφάς Leon.Tar. 39 (Plan. 230).