βορεινός
βορεινός, ή, όν,
- = βόρειος, A.D. Synt. 94.15, CPHerm. 28.13 (iii A. D.): —also βορινός, ή, όν, POxy. 498.8 (ii A. D.): βορρινός, ή, όν, ib. 243.21 (i A. D.), etc.
boreal, septentrional, del Norte
τὰ βορεινότατα τῶν χωρίων
las regiones más al Norteἐν ... τοῖς βορεινοῖς τόποις
de la esfera celesteὕψος
πύλη
αὖραι
μερίς
βορηνῆς πλευρᾶς
πέτρα
βορεινός, ή, όν, c. βόρειος, Dysc. Synt. 94, 15.
βορεινός, Sp. = βόρειος.