Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
γεροντοπύγισο
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
γέρον
Γερόνθραι
Γερονθραταί
γερονταγωγέω
γεροντάριον
γεροντεία
Γερόντειον
γερόντειος
γεροντεύω
γεροντία
γεροντιαῖος
γεροντίας
γεροντιάω
γεροντίζω
γεροντικός
γεροντικῶς
γερόντιο
γερόντιον
Γερόντιος
γέροντο
γεροντογρᾴδιο
γεροντοδιδάσκαλος
γεροντοειδής
γεροντοκομεῖον
γεροντοκομικά
Γεροντοκομικός
γεροντοκόμος
γεροντομανία
Γεροντομανία
Γεροντομαχία
γεροντοπύγισο
Γερόντων λιμήν
γερός
Γεροῦνδα
Γερουνῖνος
Γερούνιον
Γέρουσα
γερουσία
γερουσιάζω
γερουσιακός
γερουσιάρχης
γερουσιάρχισσα
γερουσιάρχων
γερουσίας
γερουσιαστής
γερούσιος
Γέρρα
γερράδια
Γέρραι
Γερραιίδαι
Γερραῖος
Γέρρη
Γερρηνοί
Γέρροι
ΓερροκλέϜης
γέρρον
Γέρρον ὅριον
Γέρρος
γερροφόροι
γερροφόρος
γερροφυλακία
…
γεροντοπύγισο
Save
Pape
γεροντοπύγισο
, Ar.
Th
. 1199, 1123, wird besser getrennt geschr.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}