About Report a problem

Menu

Γορδιοτειχίτης

Γορδιοτειχίτης -ου, ὁ

gordioteiquita ét. de Γορδίου τεῖχος St.Byz.s.uu. Γορδίου τεῖχος, Ἀβώνου τεῖχος, Ἀκκαβικὸν τεῖχος.

Saved

Recent