Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
Γορζαῖος
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
γοργώνιον
Γοργώπα
Γοργώπας
γοργωπιάσκω
γοργῶπις
Γοργῶπις
Γοργωπὶς λίμνη
γοργωπός
γοργῶς
γοργώψ
γοργώψατο
Γόρδα
γορδελίζειν
Γορδία
Γορδιάνεια
Γορδιανός
Γορδίας
Γόρδιον
Γορδιοπριλάριος
Γόρδιος
Γορδιοτειχίτης
Γορδιτανόν
Γόρδος
Γορδυαία
Γορδυαῖος
Γορδυηνή
Γορδυηνοί
Γορδυνία
Γόρδυς
Γόρζα
Γορζαῖος
Γορθυαίων ὄρη
Γόριλλαι
Γορίλλαι
γόρνη
γορός
Γορπιαῖος
Γορπιαῖος μήν
Γόρτυν
Γόρτυνα
Γορτυναία
Γορτυνία
Γορτυνιάτης
Γορτυνικός
Γορτύνιος
Γορτυνίς
Γορτυνος
γόρτυξ
Γόρτυς
Γορύανδις
γορυνίας
γόρυνος
γόρυτος
γορφία
γορφίον
γοσσύπιον
γοσταί
γοτάν
Γοτθικός
Γότθοι
Γότθος
…
Γορζαῖος
Save
DGE
Γορζαῖος
-ου, ὁ
Gorzeo
epít. de Apolo, quizá por Γορδαῖος
INikaia
1034 (imper.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}