Δαμναγόρας Save DGE Bailly 2024 Δαμναγόρας -ου, ὁ Damnágoras n. de varón, Hp.Epid.6.3.5, 14. Δαμν·αγόρας (ὁ) Damnagoras, h. Hpc. 1175b, h. Étym. δάμνημι, ἀγορά.