Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
Εὐρυχόρη
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Εὐρυτεία
Εὐρύτειος
εὐρυτενής
εὐρυτέρως
εὐρύτης
εὐρυτιάω
Εὐρυτίδης
εὐρύτιμος
Εὐρύτιμος
Εὐρύτιος
Εὐρυτίων
εὔρυτος
Εὔρυτος
εὐρύτρητος
εὐρύτρυπος
Εὐρυφάεσσα
εὐρυφαής
εὐρυφαρέτρας
εὐρυφαρέτρης
εὐρυφάρετρος
εὐρύφλεβος
εὐρυφυής
Εὐρυφῶν
εὐρυφωνία
εὐρύφωνος
εὐρυχαδής
εὐρυχαίτας
εὐρυχαίτης
εὐρυχανδής
εὐρυχανής
Εὐρυχόρη
εὐρύχορος
εὐρυχωρέω
εὐρυχωρής
εὐρυχωρία
εὐρυχώριον
εὐρύχωρος
εὐρύωψ
εὐρώγης
εὐρώδης
εὐρωεία
εὐρώεις
εὐρωΐαν
Εὔρωμος
εὑρών
Εὐρώπα
Εὐρωπαῖος
Εὐρώπας
Εὐρώπεια
Εὐρωπεύς
Εὐρώπη
Εὐρωπήϊος
Εὐρωπία
Εὐρώπιος
εὐρῶπις
εὐρωπός
Εὐρωπός
Εὔρωπος
εὐρώς
εὐρωστέω
εὐρωστία
…
Εὐρυχόρη
Save
Bailly 2024
Εὐρυ·χόρη,
ης
(
ἡ
) [
ῠ
] Eurykhorè,
f.
Anth.
14, 119
.
Étym.
fém. du suiv.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}