εὔρυτος
εὔρυτος, full-flowing
εὔρῠτος, ον, (ῥέω)
- full-flowing, κρήνη E. IA 420.
εὔ·ρυτος, ος, ον [ῠ] aux eaux agréables ou abondantes, Eur. I.A. 420.
Étym. εὖ, ῥέω.
εὔρυτος, gut, reichlich fließend, κρήνη Eur. I.A. 420.