Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
Κιμβερικός
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Κιλικισμός
κιλικισμός
Κίλιξ
Κίλισσα
Κίλλα
κίλλαι
κιλλακτήρ
Κιλλάκτωρ
κιλλαμαρύζειν
Κιλλάνιον
Κίλλης
κιλλίβας
Κιλλικύριοι
Κιλλικῶν
κίλλιξ
κίλλιος
κιλλοβόροι
κίλλος
κιλλός
κίλλουρος
Κιλλύριοι
κίλλω
κιμαί
κιμαῖος
Κίμαρος
κιμβάζει
κιμβάζω
κιμβεία
Κίμβερ
κιμβερικόν
Κιμβερικός
κιμβεύει
κιμβεύω
κιμβία
κιμβικεία
κιμβικεύομαι
κιμβικία
κίμβιξ
Κιμβρικός
Κίμβροι
κίμερος
Κιμιατηνή
κιμμερικόν
Κιμμερικός
Κιμμέριοι
Κιμμέριος
Κίμμερος
κίμπτω
Κίμψος
Κιμωλία
Κιμώλιος
Κίμωλος
Κίμων
Κιμώνειος
Κιμώνιος
κινάβαρι
κινάβευμα
κινάβρα
κιναβράω
κιναβρεύεσθαι
κινάβρευμα
…
Κιμβερικός
Save
Bailly 2024
Κιμβερικός,
ή, όν,
de façon cimmérienne (robe),
Ar.
Lys.
45, 52
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}