κιμβερικόν Save Pape κιμβερικόν, τό, sc. ἱμάτιον, ein Frauenkleid, Ar. Lys. 45, 52 ; bei Phot. 165.22 κιμμερικόν ; Suid. las κιμβέρινον od. κιμμέρινον.