Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
Κορινθικός
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
κορθέλαι
κορθίλη
κορθύλη
κορθύλος
κορθύνω
κορθύομαι
κόρθυς
κορθύω
κορθώ
κόρι
Κορία
κοριάλαι
κορίαννον
κορίανον
κορίαξος
Κοριάσια
κορίδιον
κορίζομαι
κορίζω
Κορίη
κορικός
κορικῶς
κόριλλα
κοριναῖος
κορίνη
Κορινθιάζομαι
κορινθιάζομαι
κορινθιάζω
Κορινθιακός
Κορινθιαστής
Κορινθικός
Κορίνθιος
Κορινθιουργής
κορινθιουργής
Κορινθίως
Κορινθοειδής
Κορινθόθι
Κορινθόνδε
Κόρινθος
Κόριννα
κοριοειδής
Κοριολανοί
Κοριολανός
κόριον
Κόριος
κόρις
κορίσκη
κορίσκιον
κορίσκομαι
κορίσκος
Κορίσκος
κορίσκω
κόρισμα
κόριψ
κοριώδης
κόρκορος
κορκορυγέω
κορκορυγή
κορκορυγισμός
κορκορυγμός
κορκότιλος
…
Κορινθικός
Save
Bailly 2024
Κορινθικός,
ή, όν,
de Corinthe,
Anth.
6, 40
.
Étym.
Κόρινθος
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}